Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Η Βαλκανική Συνεννόηση, η αποδόμησή της και η διολίσθηση των Βαλκανίων στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο


Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ, Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΟΛΙΣΘΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ ΣΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Δ. Ν. Ζηκόπουλος, Ιστορικός ΑΠΘ

«Ολόγυρα στον Αίμο ένα χορό
Θα στήσουμε γειτονοπούλες χώρες.
Θα πιούμε της αγάπης το νερό
Σ’ ολόδροσες πηγές, ειρηνοφόρες
Απάνω απ’ τους βωμούς, ένας βωμός
Απάνω απ’ τις πατρίδες μια πατρίδα
Και με λαχτάρα μια, κοινό σκοπό
Μιας νέας αυγής θα ιδώμε την αχτίδα
Στης θέλησής μας πάνω το βουνό
Το κάθε εμπόδιο γίνεται συντρίμμι
Και μέσα στης ειρήνης το ναό
Ιέρειες η τέχνη και η επιστήμη
Κι η δόξα με τα χέρια της τα δυο
Θα πλέκη για την κόμη μας στεφάνια
Με ωδές και ύμνους, ως τον ουρανό
Θα διαλαλή τα αθάνατα Βαλκάνια!»

«Βαλκανικός Ύμνος», 1930


         Στα Βαλκάνια της δεκαετίας του 1930 η αναθεωρητική δύναμη ήταν η Βουλγαρία, η οποία απέβλεπε στην ανατροπή του status quo που είχε διαμορφωθεί μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης του Neuilly, οπότε και υποχρεώθηκε να παραχωρήσει τμήματα του εδάφους της, να καταβάλει πολεμικές επανορθώσεις, και να μειώσει τον βουλγαρικό στρατό σε 33,000 εθελοντές. Παράλληλα, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία επιθυμούσαν να προστατευθούν από την Ιταλία και τη Σοβιετική Ένωση, ενώ η Ελλάδα, ήδη από
την τετραετία Βενιζέλου (1928-1932) επιθυμούσε να εξέλθει από τη διπλωματική απομόνωση που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Επίσης, οι βαλκανικές κυβερνήσεις είχαν αντιληφθεί ότι μία οικονομική συνεργασία σε περιφερειακό επίπεδο θα ωφελούσε την αντιμετώπιση των προβλημάτων της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 1929. Όλα αυτά κατά τη διάρκεια της σταθερής αμφισβήτησης και κατάργησης των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών από το γερμανικό εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς (αποχώρηση της Γερμανίας από την Κοινωνία των Εθνών το 1933, αποτυχημένη προσπάθεια για ένωση της Γερμανίας με την Αυστρία το 1934, επαναφορά στρατιωτικής θητείας το 1935, επαναστρατικοποίηση του Ρήνου το 1936, κ.ο.κ.).
            Τον Οκτώβριο του 1930 συγκλήθηκε η Α’ Βαλκανική Διάσκεψη στην ελληνική πρωτεύουσα, με συμμετοχή όλων των βαλκανικών χωρών (Γιουγκοσλαβίας, Βουλγαρίας, Ελλάδας, Αλβανίας, Ρουμανίας και Τουρκίας). Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, εμπνευστής της διοργάνωσης. Το κλίμα της περιόδου ευνοούσε τέτοιες συναντήσεις τύπου «Λοκάρνο», κατά τα πρότυπα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Η Κοινωνία των Εθνών υποστήριζε παρόμοιες προσπάθειες για την επίλυση των διπλωματικών διαφορών με ειρηνικά μέσα, όπως το Σύμφωνο Briand-Kelogg (1928). Ακολούθησαν άλλες τρεις Βαλκανικές Διασκέψεις σε ετήσια βάση: Η Β’ πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, η Γ’ στο Βουκουρέστι και η Δ’ στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Ε’ είχε προγραμματιστεί να συγκληθεί το φθινόπωρο του 1934 στην Κωνσταντινούπολη.
            Ενώ η αρχική πρωτοβουλία των συναντήσεων ανήκε σε μη κυβερνητικούς φορείς, οι προσπάθειες κατέληξαν στο να υπογραφεί μία βαλκανική κυβερνητική συνεργασία. Το Προσχέδιο του Βαλκανικού Συμφώνου βασιζόταν στην αρχή της μη επίθεσης και της επίλυσης των διαφορών με ειρηνικό τρόπο, την προστασία των μειονοτήτων και την παροχή αμοιβαίας βοήθειας. Η γαλλική εξωτερική πολιτική προωθούσε τις συγκεκριμένες προσπάθειες στο πλαίσιο των πολιτικών ανακατατάξεων που εκδηλώνονταν ή κυοφορούνταν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε ο υπουργός Εξωτερικών της Ρουμανίας Titulsescu. Η βουλγαρική κυβέρνηση έθεσε ως όρους υπογραφής την άρση των διατάξεων που περιόριζαν τον επανεξοπλισμό της Βουλγαρίας, την εξασφάλιση διεξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο και, κυρίως, προστασία των «βουλγαρικών» μειονοτήτων, χωρίς να διευκρινίζεται ο ορισμός του επιτιθέμενου κράτους. Επιπλέον, το αλβανικό κράτος ήταν επί της ουσίας ένα ιταλικό προτεκτοράτο, με αδυναμία χάραξης εξωτερικής πολιτικής, πόσο μάλλον φιλογαλλικής και φιλογιουγκοσλαβικής.
            Τελικά, το Βαλκανικό Σύμφωνο υπεγράφη με πανηγυρικό τρόπο στις 9 Φεβρουαρίου του 1934 στην Ακαδημία Αθηνών από τους υπουργούς Εξωτερικών της Ελλάδας (Μάξιμος), της Ρουμανίας (Titulescu), της Τουρκίας (Rusdi Aras) και της Γιουγκοσλαβίας (Jevtić) (Eικόνα 1). To Σύμφωνο προέβλεπε τη διατήρηση του εδαφικού status quo στα Βαλκάνια με αμοιβαίες εγγυήσεις αναφορικά με την ασφάλεια των ενδοβαλκανικών συνόρων, όμως δεν προβλέπονταν εγγυήσεις ασφαλείας για τα σύνορα των βαλκανικών κρατών με άλλες χώρες. Αναμενόταν και η υπογραφή στρατιωτικών συμβάσεων. Το ζήτημα που προξένησε αντιδράσεις ήταν το μυστικό συμπληρωματικό πρωτόκολλο με την εξής διάταξη: «αν κάποιο από τα συμβαλλόμενα κράτη έπεφτε θύμα επίθεσης κάποιας μη βαλκανικής δύναμης και αν μια βαλκανική δύναμη είτε ταυτόχρονα είτε αργότερα συνέδραμε την εξωβαλκανική δύναμη στην επίθεσή της, το σύμφωνο θα ίσχυε ολοκληρωτικά εναντίον του βαλκανικού κράτους». Έτσι, όμως, υπήρχε ο κίνδυνος να εμπλακούν τα βαλκανικά κράτη σε κάποια πολεμική σύγκρουση με ισχυρή εξωβαλκανική δύναμη (Ιταλία ή ΕΣΣΔ), με αποτέλεσμα το Βαλκανικό Σύμφωνο να ευνοεί κυρίως τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία. Έπειτα στο Σύμφωνο δεν συμμετείχε η Αλβανία και η Βουλγαρία.

Εικόνα 1. Η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου από τους υπουργούς Εξωτερικών των συμβαλλόμενων κρατών (από αριστερά προς τα δεξιά: Μάξιμος, Rusdi Aras, Titulescu, Jevtić).

            Ως εκ τούτου, στην Ελλάδα το Σύμφωνο υπέστη οξεία κριτική από τη βενιζελική αντιπολίτευση. Συγκεκριμένα, ο Βενιζέλος επέσεισε τον κίνδυνο πολεμικής εμπλοκής με την Ιταλία, με την οποία είχε ο ίδιος υπογράψει τον Σεπτέμβριο του 1928 «σύμφωνο φιλίας, συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού». Στη Γερουσία η αντιπολίτευση διέθετε την πλειοψηφία και, έτσι, η επικύρωση του Συμφώνου ήταν προβληματική. Ο Μάξιμος δήλωσε, υπό την πίεση της κριτικής, ότι η Ελλάδα δεν θα οδηγηθεί σε σύρραξη με μεγάλη δύναμη ώστε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που προέκυπταν από την υπογραφή του Συμφώνου, με αποτέλεσμα την επικύρωσή του. Ανάλογες ήταν οι επισημάνσεις από την Τουρκία, που δήλωσε ότι δεν θα οδηγείτο σε πόλεμο με την ΕΣΣΔ. Η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία δυσαρεστήθηκαν, παρά τις προσπάθειες του Κονδύλη και του Μαξίμου να αμβλύνουν τις εντυπώσεις.
            Στις αρχές Οκτωβρίου 1934 δολοφονήθηκαν στη Μασσαλία από την κροατική φασιστική οργάνωση Ustaše δύο από τους πρωταγωνιστές της βαλκανικής και της γαλλογιουγκοσλαβικής προσέγγισης, ο βασιλιάς της Γιουγκοσλαβίας Αλέξανδρος Καραγιώργης και ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Louis Barthou (Εικόνα 2). Τον Ιούνιο του 1935 σχηματίστηκε στη Γιουγκοσλαβία η φασίζουσα κυβέρνηση Stojadinovic η οποία εγκαινίασε τη βαθμιαία αποδέσμευση της χώρας από τη Γαλλία και την προσέγγιση με τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Στο μεταξύ το Βαλκανικό Σύμφωνο εξακολουθούσε να ατονεί ύστερα και από τις διευκρινίσεις του νέου πρωθυπουργού της Ελλάδας Μεταξά ύστερα από τη σύνοδο του Μονίμου Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννόησης που πραγματοποιήθηκε στο Βελιγράδι τον Μάιο του 1936: Η Ελλάδα είχε την υποχρέωση να παραταχθεί στο πλευρό των συμμάχων της αν η Βουλγαρία ή/και η Αλβανία προέβαιναν σε επίθεση μόνες τους ή σε συνεργασία με την Ουγγαρία. Ωστόσο, αν η Ιταλία συμμετείχε στον πόλεμο η Ελλάδα θα τηρούσε ουδετερότητα. Θα εμπλεκόταν μόνον αν η Γαλλία και η Βρετανία υποστήριζαν στρατιωτικά τη βαλκανική χώρα που θα αμυνόταν έναντι της Ιταλίας.

Εικόνα 2. Αλέξανδρος Καραγιώργης και Louis Barthou την ημέρα της δολοφονίας τους.

            Μετά τη σύνοδο του Μαΐου του 1936 υπεγράφησαν αμυντικές στρατιωτικές συμβάσεις μεταξύ των Γενικών Επιτελείων των κρατών που μετείχαν στη Βαλκανική Συνεννόηση, με αντιβουλγαρικό και αντιουγγρικό προσανατολισμό. Τα πράγματα όμως είχαν πάρει τον δρόμο τους, αφού η κυβέρνηση Stojadinovic εν τέλει υπέγραψε τον Ιανουάριο του 1937 βουλγαρογιουγκοσλαβικό σύμφωνο «αιώνιας φιλίας», με, επί της ουσίας, ανθελληνικό προσανατολισμό. Η Βουλγαρία παραιτείτο από τις διεκδικήσεις της στη Νότιο Γιουγκοσλαβία και το γιουγκοσλαβικό κράτος υποστήριζε την εδαφική διέξοδο της πρώτης στο Αιγαίο, ενώ η Γιουγκοσλαβία δεν έκρυβε τις βλέψεις της στη Θεσσαλονίκη. Κατά συνέπεια, η Βαλκανική Συνεννόηση απώλεσε το νόημά της. Ο Μεταξάς ζήτησε εξηγήσεις, αλλά ο Stojadinovic απάντησε ότι στόχος του ήταν η προσχώρηση του βουλγαρικού κράτους στη Συνεννόηση. Παράλληλα, τα καθεστώτα της Ιταλίας και της Γερμανίας ήρθαν πιο κοντά στη Γιουγκοσλαβία. Υπεγράφη ιταλογιουγκοσλαβικό σύμφωνο «φιλίας και διαιτησίας» (Μάρτιος 1937), ενώ ο Hitler διαβεβαίωνε τον Stojadinovic ότι το γερμανικό κράτος επιθυμούσε μία ισχυρή και ενιαία Γιουγκοσλαβία, τονίζοντας ότι στη Βαλκανική έπρεπε να διατηρηθεί μία ανοιχτή πόρτα για τα γερμανικά προϊόντα.
            Σε απάντηση των παραπάνω κινήσεων, ο Μεταξάς επιχείρησε να δημιουργήσει έναν ελληνοτουρκικό άξονα με ασαφές και ετεροβαρές περιεχόμενο. Γενικότερα, η εξωτερική του πολιτική ήταν ασυντόνιστη και αντιφατική (άρνηση ανανέωσης του ελληνοϊταλικού συμφώνου, πολιτική φιλίας με τη Γερμανία, παρά τον φιλοδυτικό προσανατολισμό της Ελλάδας, κ.ά.). Στο πλαίσιο δε της πολιτικής κατευνασμού της Γερμανίας και των φιλογερμανικών κρατών που ακολουθήθηκε από τις δυτικές χώρες ο Μεταξάς ως επικεφαλής της Βαλκανικής Συνεννόησης υπέγραψε τον Ιούλιο του 1938 στη Θεσσαλονίκη συμφωνία με τη βουλγαρική κυβέρνηση Kyoseivanov που επέτρεπε τον επανεξοπλισμό της Βουλγαρίας και καταργούσε το καθεστώς των αποστρατιωτικοποιημένων ζωνών της Θράκης. Μετά τον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας (Μάρτιος 1939) η κυβέρνηση Kyoseivanov καθόρισε τους άξονες της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής ως ακολούθως:
1. Επιστροφή της Νοτίου Δοβρουτσάς, της Δυτικής Θράκης και ενδεχομένως των τμημάτων που είχαν προσαρτηθεί στη Γιουγκοσλαβία με τη Συνθήκη του Neuilly
2. Πολιτική ουδετερότητας έως ότου το επιτρέπουν οι διεθνείς συνθήκες
3. Οι οικονομικές γερμανοβουλγαρικές σχέσεις, η προμήθεια γερμανικού πολεμικού υλικού από τη Βουλγαρία και η ισχύς του γερμανικού κράτους δεν επέτρεπαν τον αντιγερμανικό προσανατολισμό της χώρας.
Με την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Σεπτέμβριος 1939) η φιλογερμανική στροφή της Βουλγαρίας έγινε εντονότερη. Τον Φεβρουάριο του 1940 σχηματίστηκε νέα γερμανόφιλη κυβέρνηση που θεωρούσε ότι η γερμανική υποστήριξη ήταν απαραίτητη για την πραγμάτωση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού.
            Παράλληλα, στη Ρουμανία η εξωτερική πολιτική που στόχευε στον σχηματισμό ενός συστήματος συλλογικής ασφαλείας άρχισε να εγκαταλείπεται. Το 1938 ο βασιλιάς Κάρολος Β’ αντέδρασε στον επανεξοπλισμό της Βουλγαρίας και τη βρετανική πολιτική εξευμενισμού της τελευτάιας. Με το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ribbentrop-Molotov του Αυγούστου του 1939 αποφασίστηκε, ωστόσο, ο εδαφικός ακρωτηριασμός του ρουμανικού κράτους, καθώς το σύμφωνο περιείχε τη δυνατότητα προσάρτησης της Βεσσαραβίας στην ΕΣΣΔ. Η Ρουμανία παρέμενε ουδέτερη, αλλά δεν μπορούσε να βασίζεται στις γαλλοβρετανικές εγγυήσεις ασφαλείας, ενώ είχε απομείνει χωρίς συμμάχους. Μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τα γερμανικά στρατεύματα (Μάιος-Ιούνιος 1940) δεν απέμενε άλλη επιλογή στον Κάρολο Β’ από τη συνεργασία με τη Γερμανία, θεωρώντας ότι αυτό θα διασφάλιζε την εδαφική ακεραιότητα της Ρουμανίας, αλλά ο προσεταιρισμός του Άξονα σήμαινε ότι θα έπρεπε να ικανοποιηθούν οι εδαφικές βλέψεις τόσο της ΕΣΣΔ όσο και της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας. Έτσι, λοιπόν, η ΕΣΣΔ προσάρτησε μετά την επίδοση τελεσιγράφου τόσο τη Βεσσαραβία όσο και τη Βόρειο Μπουκοβίνα. Ακολούθησε η προσάρτηση της Βορείου Τρανσυλβανίας από το ουγγρικό καθεστώς του ναυάρχου Horty και της Βορείου Δοβρουτσάς από τη Βουλγαρία. Εξαιτίας της επακόλουθης λαϊκής δυσαρέσκειας ανατέθηκε η πρωθυπουργία στον στρατηγό Antonescu, ο οποίος για λίγους μήνες συγκυβερνούσε ουσιαστικά με τους «Λεγεωναρίους» της φασιστικής οργάνωσης «Σιδηρά Φρουρά» (Εικόνα 3), ενώ ο Κάρολος Β’ εγκατέλειψε τη χώρα. Ο Antonescu πίστευε ότι υπήρχε ελπίδα για την επανένταξη της Βορείου Τρανσυλβανίας και της Βεσσαραβίας στη χώρα και συστρατεύθηκε με τον Άξονα (Νοέμβριος 1940). Το νέο, αντισημιτικό καθεστώς κήρυξε τον πόλεμο στην ΕΣΣΔ μαζί με τις δυνάμεις του Άξονα στο πλαίσιο της «Επιχείρησης Barbarossa» τον Ιούνιο του 1941, οπότε και η Ρουμανία ενεπλάκη επίσημα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εικόνα 3. Antonescu και Horia Sima, επικεφαλής της «Σιδηράς Φρουράς», κάτω από το πορτρέτο του δολοφονημένου αρχηγού της οργάνωσης, Codreanu.

            Στο μεταξύ στη Γιουγκοσλαβία η ενδοτικότητα του Stojadinovic έναντι της Γερμανίας και της Ιταλίας και η πρόθεσή του να παραχωρήσει στη Βουλγαρία τα εδάφη που είχαν προσαρτηθεί στη χώρα με τη Συνθήκη του Neuilly, αλλά και η χρήση φασιστικών μηχανισμών προπαγάνδας και η αδυναμία του να επιλύσει το Κροατικό Ζήτημα οδηγούσαν στην πτώση του. Τον Ιανουάριο του 1939 συναντήθηκε με τον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος τού πρότεινε τον διαμελισμό του αλβανικού κράτους μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας. Η διαφωνία του πρωθυπουργού με τον αντιβασιλέα Παύλο σήμαινε την αποπομπή του Stojadinovic. Από την άλλη, η Ιταλία βεβαιώθηκε ότι το γιουγκοσλαβικό κράτος δεν θα αντιδρούσε σε περίπτωση προσάρτησης της Αλβανίας από την πρώτη. Είναι γεγονός ότι η Αλβανία από την ίδρυσή της το 1913 δεν είχε συγκροτηθεί επαρκώς ως οργανωμένο κράτος και για το μεγαλύτερο διάστημα έως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εξαρτιόταν οικονομικά από την Ιταλία. Οι Ιταλοί επένδυαν σε έργα υποδομής στην Αλβανία που εξυπηρετούσαν τους στρατηγικούς τους στόχους. Τον Μάρτιο του 1939, την επαύριον του διαμελισμού της Τσεχοσλοβακίας από το γερμανικό καθεστώς, έθεσε στον Αλβανό ηγεμόνα Zogu μία σειρά από αιτήματα που σήμαιναν ουσιαστικά την ενσωμάτωση της Αλβανίας στο Ιταλικό Βασίλειο. Ο Ζogu απέρριψε το τελεσίγραφο και τον Απρίλιο η χώρα καταλήφθηκε χωρίς αντίσταση.
            Την ίδια περίοδο η Γιουγκοσλαβία ασκούσε μία αμφίθυμη εξωτερική πολιτική. Από τη μία, ο αντιβασιλέας Παύλος δήλωνε στον Μεταξά ότι η Γιουγκοσλαβία θα παρέμενε πιστη΄στη Βαλκανική Συνεννόηση και αποκάλυπτε ότι οι Stojadinovic και Kyoseivanov είχαν αποφασίσει από κοινού τον διαμελισμό της Βορείου Ελλάδας, χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί. Επεσήμανε δε στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν αντίθεση με την έξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο και πως, αν η τελευταία επιχειρούσε να προσαρτήσει τη Νότιο Δοβρουτσά με τη βία, θα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από το Βαλκανικό Σύμφωνο. Από την άλλη, οι γερμανογιουγκοσλαβικές οικονομικές σχέσεις ήταν πιο έντονες από ποτέ.
           Τον Οκτώβριο του 1940 η Ιταλία κήρυξε πόλεμο εναντίον της Ελλάδας. Η ήττα του Mussolini από τα ελληνικά στρατεύματα, τόσο κατά τη φθινοπωρινή εισβολή του στην Ήπειρο όσο και κατά την εαρινή του αντεπίθεση το 1941, σε συνδυασμό με την προέλαση των Ελλήνων στη Βόρειο Ήπειρο, μετέβαλαν τα δεδομένα. Η Γερμανία ήταν έτοιμη να «ξεπλύνει» την ντροπή που επέφεραν οι κινήσεις της Ιταλίας εισβάλλοντας στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα προετοιμαζόταν να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ. Τα περιθώρια της γιουγκοσλαβικής εξωτερικής πολιτικής είχαν πλέον στενέψει, ενώ είχε προηγηθεί ο βομβαρδισμός του Μοναστηρίου από την Ιταλία σε μια προσπάθεια να αποτραπεί η ενδεχόμενη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τη Γιουγκοσλαβία. Τον Μάρτιο του 1941 η Γερμανία απαίτησε με τελεσίγραφο την άμεση προσχώρηση της Γιουγκοσλαβίας στον Άξονα. Ο Παύλος προσπάθησε να αντισταθεί επικαλούμενος πιθανές αναταραχές λόγω των αντιιταλικών αισθημάτων της κοινής γνώμης. Ωστόσο, ο Hitler επέμενε πως η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας του γιουγκοσλαβικού κράτους και η ικανοποίηση των γιουγκοσλαβικών βλέψεων προς τη Θεσσαλονίκη θα καθορίζονταν από τη συμμετοχή της στον Άξονα, υποσχόμενος ότι η χώρα θα παρέμενε ουδέτερη και θα μπορούσε να προσαρτήσει μελλοντικά τη Θεσσαλονίκη, ενώ όφειλε να επιτρέψει τη μεταφορά πολεμικού υλικού διά μέσου των εδαφών της. Στις 25 Μαρτίου η Γιουγκοσλαβία προσχώρησε στον Άξονα. Η σερβική κοινή γνώμη και το Γενικό Επιτελείο αντέδρασαν άμεσα, καθώς δεν είχαν σβηστεί ακόμα από τη σερβική συλλογική μνήμη οι αυστροουγγρικές θηριωδίες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το πραξικόπημα της 27ης Μαρτίου ανέτρεψε την κυβέρνηση και ο Παύλος εγκατέλειψε τη χώρα. Tην ίδια ημέρα ξέσπασαν διαδηλώσεις με φιλοβρετανικά συνθήματα και το σύνθημα «Καλύτερα στον τάφο παρά στη δουλεία, καλύτερα πόλεμος παρά σύμφωνο». Η νέα κυβέρνηση ανέμενε τη βρετανική βοήθεια, διαβεβαιώνοντας παράλληλα τον Hitler ότι το πραξικόπημα ήταν ουσιαστικά μία εσωτερική υπόθεση που δεν σχετιζόταν με τις γιουγκοσλαβικές δεσμεύσεις έναντι του Άξονα. Η Γερμανία δεν πείστηκε και εισέβαλε στη Γιουγκοσλαβία, παράλληλα με την επίθεσή της εναντίον της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941. Οι χώρες κατελήφθησαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η Γιουγκοσλαβία διαμελίστηκε και τμήματά της προσαρτήθηκαν στην Ουγγαρία, την Ιταλία, τη Γερμανία και τη Βουλγαρία, ιδρύθηκε ανεξάρτητο κροατικό κράτος που ελεγχόταν από τους Ustaše, ενώ άλλα τμήματά της περιήλθαν υπό γερμανικό και ιταλικό έλεγχο. Η Ελλάδα χωρίστηκε σε ζώνες γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής κατοχής. Η Βουλγαρία, η οποία το φθινόπωρο του 1940 είχε αρνηθεί να συνδράμει την Ιταλία στην επίθεσή της εναντίον της Ελλάδας με το πρόσχημα ότι δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη και επικαλούμενη τον τουρκικό κίνδυνο, εξευμένισε τη Γερμανία με τη λήψη αντισημιτικών μέτρων, προσχώρησε στον Άξονα τις αρχές Μαρτίου του 1941 και κατέλαβε τη Δυτική Θράκη (πλην της περιοχής του Έβρου), την Ανατολική Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Νοτίου Γιουγκοσλαβίας.

Eικόνα 4. Φιλοβρετανικές διαδηλώσεις στο Βελιγράδι την ημέρα του πραξικοπήματος της 27ης Μαρτίου 1941.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου