Γράφει ο Γιώργος Χ
Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία, γνωστή και ως "Fall Weiss" (Σχέδιο Λευκό), που ξεκίνησε την 1η Σεπτεμβρίου 1939, αποτέλεσε την απαρχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Υπό την ηγεσία του Αδόλφου Χίτλερ, η Ναζιστική Γερμανία εξαπέλυσε μια συντριπτική επίθεση, εφαρμόζοντας τη στρατηγική του "Blitzkrieg" (Κεραυνοβόλος Πόλεμος).
Σε αυτό το άρθρο στο Β' Μέρος που είναι συνέχεια του Α' Μέρους, της Πολωνικής Εκστρατείας του 1939 θα εξετάσουμε τους βασικούς διοικητές, τον εξοπλισμό και τη σύνθεση των Γερμανικών δυνάμεων που συμμετείχαν στην επιχείρηση.
Θα ακολουθήσουν άλλα 2 άρθρα (Γ Μέρος και Δ' Μέρος) με τον Πολωνικό Στρατό αλλά και την παρουσίαση και ανάλυση των μαχών Γερμανίας-Πολωνίας, των τακτικών καθώς και τα τελικά συμπεράσματα της Πολωνικής εκστρατείας.
Γερμανοί Διοικητές
Η εισβολή στην Πολωνία σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από μερικούς από τους πιο ικανούς στρατηγούς της Βέρμαχτ (Wehrmacht), της ενοποιημένης ένοπλης δύναμης της Ναζιστικής Γερμανίας.
Βάλτερ φον Μπράουχιτς (Walther von Brauchitsch)
Γεννημένος σε αριστοκρατική οικογένεια με μεγάλη στρατιωτική παράδοση. Ήταν ικανότατος επιτελικός αξιωματικός με στρατηγική διορατικότητα ήδη από τους μικρούς βαθμούς. Υπηρέτησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914 -1918), αποστρατεύθηκε αλλά στη συνέχεια ανακλήθηκε σε υπηρεσία με το βαθμό του ταγματάρχη και αργότερα ανέλαβε την ηγεσία του στρατού το 1938. Ήταν παντρεμένος δύο φορές, με την Ελίζαμπεθ φον Κάρστεντ (διαζύγιο το 1938) και τη Σαρλότ Ρούφερ, έχοντας δύο (2) παιδιά από τον πρώτο γάμο.
Αν και αρχικά ήταν θαυμαστής του Χίτλερ, αποσύρθηκε το 1941 λόγω στρατηγικών διαφωνιών με τον Χίτλερ ο οποίος έκτοτε ανέλαβε προσωπικά τη γενική στρατιωτική διοίκηση κάνοντας συμβούλιο κάθε πρωί αλλά απαραιτήτως μετά τις 9.
Ο Μπράουχιτς πέθανε σε ηλικία 67 ετών από καρδιακή ανεπάρκεια το 1948 σε Βρετανικό στρατιωτικό νοσοκομείο εκστρατείας στο Αμβούργο, υπό κράτηση με αυστηρή φύλαξη από τη Βρετανική Στρατονομία ως εγκληματίας πολέμου, πριν τη δίκη του.
Γκερντ φον Ρούντστεντ (Gerd von Rundstedt)
Με καριέρα από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν γνωστός για την τακτική του δεινότητα.
Στον Β' Παγκόσμιο ήταν επικεφαλής ομάδων στρατιών στις εισβολές σε Πολωνία, Γαλλία και Σοβιετική Ένωση. Κατά την εισβολή στην Πολωνία ήταν Διοικητής της Ομάδας Στρατιών Νότου (Heeresgruppe Süd). Ηγήθηκε των επιχειρήσεων στη νότια Πολωνία, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων στην Κρακοβία και τη Σιλεσία. Η στρατηγική του εστίαζε στην ταχεία διείσδυση και την περικύκλωση των πολωνικών δυνάμεων. Κατά την εισβολή στην Πολωνία κατάφερε να κυκλώσει 19 Πολωνικές μεραρχίες δηλαδή περίπου τον μισό Πολωνικό στρατό.
Ήταν αντίθετος σε προσωπικό επίπεδο με εισβολή στη Σοβιετική Ένωση και απαισιόδοξος για το τελικό αποτέλεσμα αυτής της εισβολής. Τον Μάιο του 1941 μάλιστα, αποχαιρέτησε τον προσωπικό του φίλο Στρατάρχη Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ μετά από συνομιλία τους με τα λόγια «Τότε λοιπόν, καλή αντάμωση στη Σιβηρία!».
Ωστόσο προσπάθησε να κάνει το καλύτερο όταν ο Χίτλερ του εμπιστεύτηκε μια ολόκληρη ομάδα στρατιών με 52 μεραρχίες κατά την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Με μια κυκλωτική κίνηση στο Ουκρανικό έδαφος το 1941 κατάφερε να αιχμαλωτίσει πάνω από 600.000 Σοβιετικούς αξιωματικούς και στρατιώτες αλλά διαφωνούσε σε τακτικές και επίσης ζητούσε διακοπή των επιχειρήσεων το χειμώνα ερχόμενος σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Χίτλερ. Αυτό οδήγησε στην αποστράτευση του σε συνδυασμό με ηλικία του, 66 ετών.
Μετά όμως από ένα χρόνο, μέσα στο 1942, ο Χίτλερ τον θυμήθηκε, τον κάλεσε σε ακρόαση και στο τέλος ούρλιαξε:
"Είναι φοβερός. Αν ήταν νεότερος θα τον έκανα Αρχιστράτηγο!".
Τελικά του ανέθεσε την αρχηγία σε όλο το Δυτικό μέτωπο και έτσι είχε την ευθύνη και για τη Γαλλία. Ωστόσο ήρθε σε μια διαφωνία με τον Έρβιν Ρόμελ.
Ο τελευταίος γνωρίζοντας την αεροπορική υπεροχή των Συμμάχων και πιστεύοντας ότι η απόβαση θα γινόταν στη Νορμανδία (όπως κι έγινε) ήθελε τα τανκς κοντά στις ακτές ώστε να επέμβουν άμεσα πριν υπάρξει ικανό Συμμαχικό προγεφύρωμα ενώ ο Ρούντστεντ επέμενε σε συγκέντρωση τους όχι τόσο κοντά στις ακτές και να επέμβουν άμεσα όλα μαζί στο σημείο που θα γινόταν η απόβαση. Και οι δυο προσεγγίσεις ήταν σωστές ωστόσο του Ρόμελ ήταν πιο ρεαλιστική με το δεδομένο της Συμμαχικής αεροπορικής υπεροχής αλλά και των γαλλικών αντιστασιακών δικτύων(σαμποτάζ επικοινωνιών, γεφυρών κτλ).
Όταν τελικά πέτυχε η Συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944 και ρώτησε τον Ρούντστεντ τηλεφωνικώς από το Βερολίνο ο Βίλχελμ Κάιτελ:
«Τι πρέπει να γίνει, κατά τη γνώμη σας, κ. Στρατάρχα;», απάντησε με τη φράση «Κάντε ειρήνη, ηλίθιοι! Τι άλλο σας μένει να κάνετε τώρα;»
Τότε τον αποστρατεύσανε ξανά.
Ήταν παντρεμένος με τη Λουίζα Σίλινγκ και είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον Χανς-Γκερντ.
Οι Αμερικανοί τον είχαν συλλάβει και οι Βρετανοί είχαν συγκεντρώσει στοιχεία για εγκλήματα πολέμου κατά ανταρτών και αμαχου πληθυσμού ωστόσο εξαιτίας ηλικίας του κι επειδή έπαθε καρδιακή προσβολή κατά την ανάκριση τελικά τον άφησαν ελεύθερο το 1948. Δεν ήταν καλά στην υγεία του και πέθανε μετά από 5 χρόνια το 1953 από δεύτερη ισχυρότερη καρδιακή προσβολή σε ηλικία 78 ετών.
Φέντορ φον Μποκ (Fedor von Bock)
Ο στρατηγός Φέντορ φον Μποκ (Fedor von Bock, 1880-1945) διοίκησε την Ομάδα Στρατιών Βορρά το 1939, καταλαμβάνοντας τον Διάδρομο της Πολωνίας. Υπηρέτησε με διάκριση στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο(1914-1918) και προήχθη γρήγορα στη Βέρμαχτ. Το 1940 ήταν επικεφαλής των Γερμανικών δυνάμεων που μέσω Βελγίου και Ολλανδίας παρέκαμψαν τα οχυρά της Γαλλικής αμυντικής γραμμής Μαζινό επειδή ήταν άτρωτη στο μετωπικό τόξο. Ήταν παντρεμένος με τη Βίλχελμιν φον Μποκ.
Απομακρύνθηκε από το στράτευμα το 1942 έπειτα από διαφωνίες για τη Ρωσική εκστρατεία διότι διέβλεπε το ακατόρθωτο αυτής. Είχε αντιληφθεί τη μεγάλη καθυστέρηση εξαιτίας της εκστρατείας στα Βαλκάνια (ειδικά στην Ελλάδα) ωστόσο αρχικά διατηρούσε την ελπίδα για νίκη στη Ρωσία παρά την καθυστέρηση. Τελικά στη μάχη κοντά στη Μόσχα με τη σκληρή αντίσταση των Ρώσων και τον βαρύ χειμώνα βεβαιώθηκε ότι η Γερμανία δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να επικρατήσει και ζήτησε να υποχωρήσουν σε λιγότερο προωθημένες θέσεις. Αυτό ήταν η αρχή της αποστρατείας του.
Πέθανε μαζί με τη γυναίκα του στις 4 Μαϊου 1945 μέσα σε αυτοκίνητο από πολυβολισμό Βρετανικού αεροσκάφους. Ακριβώς 4 μέρες πριν τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Οι ιστορικές πηγές διαφωνούν στο αν με τη σύζυγο του είχαν αποκτήσει παιδί ή όχι. Κατά κάποιες πηγές είχαν μία κόρη η οποία σκοτώθηκε μαζί τους μέσα στο αυτοκίνητο. Πάντως μεταπολεμικά απόγονοι δεν εντοπίστηκαν.
Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Guderian)
Ήταν γιος στρατιωτικού αλλά η οικογένεια-σόι γενικά δεν είχε στρατιωτική παράδοση.
Η οικονομική δυσπραγία όμως καθώς και η αγάπη για την στρατιωτική ζωή ώθησαν αυτόν και τον αδελφό του να επιλέξουν την Σχολή Ευελπίδων της Καρλσρούης, στην οποία εισήχθησαν την 1η Απριλίου 1901.
Αργότερα (1918) ακολούθησαν οι σπουδές και στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου στο Βερολίνο κι όλοι οι καθηγητές του μιλούσαν για μια στρατιωτική διάνοια.
Υπηρέτησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914 -1918) στο όπλο των Διαβιβάσεων και στο Μεσοπόλεμο διαβάζοντας τους Βρετανούς θεωρητικούς του πολέμου Φoύλερ και Λίντελ-Χαρτ καθώς και τη μελέτη του, άγνωστου τότε Αντισυνταγματάρχη του γαλλικού Στρατού Σαρλ ντε Γκωλ ( «Προς έναν επαγγελματικό στρατό».) για τη χρήση των αρμάτων μάχης, την οποία επίσης μεταφράζει στα γερμανικά ανέπτυξε τη θεωρία της τεθωρακισμένης επίθεσης.
Οι εργασίες αυτές επηρέασαν σημαντικά το ήδη ανήσυχο πνεύμα του Γκουντέριαν και οι ανησυχίες του αυτές εκδηλώνονται αρχικά με τη συγγραφή άρθρων για τη μηχανοκίνηση του πολέμου και τη χρήση των αρμάτων μάχης. Έχοντας αναλάβει επικεφαλής ως Επιθεωρητής όλων των μηχανοκίνητων μονάδων και όντας ταγματάρχης και ήδη καθηγητής τακτικής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου, επισκέπτεται αρχικά τη Σουηδία (1929), όπου βλέπει τα σουηδικά άρματα μάχης σε ασκήσεις και, το 1931, πηγαίνει μυστικά στο Καζάν της Σοβιετικής Ένωσης για τον ίδιο λόγο.
Το 1934, ένα χρόνο μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία οι συνθήκες ευνοούν τις "τεθωρακισμένες θεωρίες" του Γκουντέριαν διότι ο Χίτλερ και κάποιοι κοντινοί στρατιωτικοί του αντιλαμβάνονται τη χρησιμότητα των τεθωρακισμένων στις κατακτήσεις που ονειρεύονταν.
Ο Γκουντέριαν έγινε Υποστράτηγος το 1936 και συγγράφει - και εκδίδει - το πρώτο του βιβλίο με τίτλο "Achtung Panzer!". Είναι ένα θεωρητικό έργο τακτικής χρήσης των τεθωρακισμένων μονάδων, το οποίο, μέχρι σήμερα, παραμένει κορυφαίο στο είδος του και διδάσκεται στις Στρατιωτικές Ακαδημίες πολλών χωρών του κόσμου.
Προήχθη σε Αντιστράτηγο το 1938 και Στρατηγό 4 αστέρων το 1940. Διοίκησε διάφορες μεραρχίες και στρατιές ολόκληρες. Το 1944 διορίστηκε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ενώ από το Μάρτιο του 1945 ήταν σε άδεια με διαταγή του Χίτλερ εξαιτίας διαφωνιών τους.
Παντρεμένος με τη Μαργκαρέτε Γκούντε, είχε δύο γιους, έναν εκ των οποίων σκοτώθηκε στον πόλεμο ενώ ο άλλος έγινε στρατηγός του Δυτικογερμανικού στρατού μεταπολεμικά. Από το 1945 εως το 1948 κρατήθηκε αιχμάλωτος των Συμμάχων με τους Πολωνούς και τους Σοβιετικούς να θέλουν (στο πλαίσιο της γενικότερης εκδικητικότητας μετά από τέτοιες μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις με εκατομμύρια νεκρών) να τον δικάσουν ως εγκληματία πολέμου μαζί με άλλους Γερμανούς πολιτικούς και στρατηγούς που εκείνοι ήταν όντως εγκληματίες πολέμου.
Ωστόσο η έρευνα των Δυτικών Συμμάχων(ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία) δεν εντόπισε στοιχεία που να μπορούν να στηρίξουν ούτε στο ελάχιστο τέτοιες κατηγορίες κι έτσι το 1948 αφέθηκε ελεύθερος.
Τα επόμενα 6 και τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε ήρεμα οικογενειακά και με συγγραφή πολλών στρατιωτικών βιβλίων του. Πέθανε το 1954 από καρδιακή προσβολή, έχοντας συγγράψει και τα απομνημονεύματα του.
Βίλχελμ Ρίτερ φον Λεμπ (Wilhelm Ritter von Leeb)
Τα πληρώματα αρμάτων εκπαιδεύονταν σε συντήρηση και τακτικές ελιγμών. Η Βέρμαχτ διεξήγαγε τακτικές ασκήσεις μεγάλης κλίμακας, προσομοιώνοντας επιχειρήσεις Blitzkrieg.
Οι ασκήσεις περιλάμβαναν συντονισμό μεταξύ πεζικού, αρμάτων και Luftwaffe, με έμφαση στην ταχύτητα και την πρωτοβουλία.
Οι αξιωματικοί εκπαιδεύονταν σε ακαδημίες, με έμφαση στη στρατηγική, την τακτική και την ιστορία πολέμου. Η παράδοση του πρωσικού επιτελείου εξασφάλιζε υψηλό επίπεδο ηγεσίας.
Όσον αφορά το ψυχολογικό κομμάτι η προπαγάνδα του Γκέμπελς ενίσχυε το ηθικό, προβάλλοντας την ανωτερότητα του γερμανικού στρατού και τη σημασία της «ταχείας νίκης» και το γνωστό Ναζιστικό "Sieg Hail" ("Ζήτω η Νίκη") κυριαρχούσε σαν νοοτροπία.
Η Βέρμαχτ αξιοποίησε την εμπειρία από τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1936-1939), όπου η Λεγεώνα Κόνδωρ δοκίμασε τακτικές συνδυασμένων όπλων (άρματα, αεροπορία). Η κατάληψη της Αυστρίας (1938) και της Τσεχοσλοβακίας (1939) παρείχε πρακτική εμπειρία σε επιχειρήσεις μηχανοκίνητων δυνάμεων.
Ο γερμανικός στρατός το 1939 αριθμούσε περίπου 1,5 εκατομμύριο άνδρες στην ενεργό δύναμη, με επιπλέον εφέδρους. Στην πολωνική εισβολή συμμετείχαν περίπου1,5 εκατ. στρατιώτες, 2.600 - 3.000 άρματα και 2.000 αεροσκάφη.
Παρά την υπεροχή σε οργάνωση, ο εξοπλισμός ήταν μικτός. Τα Panzer I και II (ελαφρά άρματα) αποτελούσαν το 90% του στόλου, ενώ τα πιο ικανά Panzer III και IV ήταν λίγα. Η Luftwaffe, με Messerschmitt Bf 109 και Junkers Ju 87 Stuka, είχε τεχνολογικό πλεονέκτημα.
Το ηθικό ήταν υψηλό, ενισχυμένο από την προπαγάνδα και τις αρχικές επιτυχίες. Οι στρατιώτες πίστευαν στη στρατηγική του Blitzkrieg και στην ηγεσία αξιωματικών όπως ο Γκουντέριαν και ο Ρούντστεντ.
Η Βέρμαχτ ήταν καλά προετοιμασμένη για σύντομες, εντατικές εκστρατείες, αλλά είχε περιορισμούς σε παρατεταμένες συγκρούσεις λόγω εξάρτησης από καύσιμα και εφοδιασμό.
Σε σύγκριση με τον πολωνικό στρατό (1 εκατομμύριο άνδρες, 880 άρματα, 400 αεροσκάφη), η Βέρμαχτ είχε αριθμητικό, τεχνολογικό και οργανωτικό πλεονέκτημα. Η πολωνική αεροπορία εξουδετερώθηκε γρήγορα, ενώ τα πολωνικά άρματα (7TP, TKS) ήταν λίγα και συχνά ξεπερασμένα. Η εκπαίδευση και η τακτική ευελιξία της Βέρμαχτ υπερείχαν έναντι της στατικής αμυντικής στρατηγικής των Πολωνών.Το Δόγμα του Blitzkrieg
Στόχος του Γερμανικού δόγματος Blitzkrieg ήταν η γρήγορη διάσπαση των εχθρικών γραμμών πριν ο αντίπαλος οργανώσει άμυνα.
Βασικό συστατικό του Blitzkrieg εκτός όλων των άλλων ήταν και η πρωτοβουλία (Auftragstaktik).
Στο Βlitzkrieg οι ταχείες προελάσεις και οι βομβαρδισμοί αποσκοπούσαν στην αποδιοργάνωση και τον πανικό του εχθρού, μειώνοντας τη βούληση για αντίσταση. Ήταν μία τρομακτική τακτική πέρα από το πρακτικό και σε ψυχολογικό επίπεδο. Ο αμυνόμενος ένιωθε ότι:
Στην εισβολή του 1939, το δόγμα του Blitzkrieg εφαρμόστηκε υποδειγματικά.
Η Luftwaffe εξουδετέρωσε την πολωνική αεροπορία και κατέστρεψε υποδομές, ενώ τα μηχανοκίνητα τεθωρακισμένα μεταφοράς πεζικού (Sd.Kfz. 251) εξασφάλισαν τη συνεχή υποστήριξη του πεζικού.
Η τακτική Auftragstaktik επέτρεψε σε διοικητές όπως ο Χάιντς Γκουντέριαν να εκμεταλλεύονται ευκαιρίες στο πεδίο, οδηγώντας σε ταχεία κατάληψη της Βαρσοβίας εντός πέντε (5) εβδομάδων.
Panzer II: 1.223 (47- 48% του συνόλου).
Panzer III: 98 (3 - 4% του συνόλου).
Panzer IV: 211 (8 - 9% του συνόλου).
Pz. 35(t) και Pz. 38(t): 202 (7 - 8% του συνόλου).
Με ταχύτητα 40 χλμ/ώρα και τον οπλισμό που προαναφέρθηκε ήταν καλύτερο από το Panzer I, αλλά ακόμα περιορισμένης ισχύος έναντι βαριά θωρακισμένων στόχων.
Περίπου 1.200 μονάδες Panzer II, χρησιμοποιήθηκαν για αναγνώριση και υποστήριξη των κύριων τεθωρακισμένων δυνάμεων.
Ζύγιζε 15 - 20 τόνους, θωράκιση 15 - 30mm., εξοπλισμένο το 1939 με πυροβόλο διαμετρήματος 37mm (αργότερα αντικαταστάθηκε από μεγαλύτερο πυροβόλο) και δύο πολυβόλα 7,92mm.
Ταχύτητα 40 χλμ/ώρα και γενικά ήταν ισορροπημένο σε ταχύτητα, θωράκιση και ισχύ πυρός, ικανό να αντιμετωπίσει τα πολωνικά άρματα 7TP και TKS.
Κατά την εισβολή στην Πολωνία το 1939 περίπου 98 μονάδες διατέθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν για απευθείας εμπλοκές και ταχείες προελάσεις.
Pz. 35(t) (Panzerkampfwagen 35t)
Το Pz. 35(t) ήταν ένα ελαφρύ άρμα τσεχοσλοβακικής προέλευσης (LT vz. 35), βάρους 10,5 τόνων, με θωράκιση 25 - 35mm στην έκδοση του 1939 και πυροβόλο 37mm Skoda A3, συν δύο πολυβόλα 7,92mm. Είχε ταχύτητα 34 χλμ/ώρα και πλήρωμα 4 ατόμων, προσφέροντας αξιόπιστη κινητικότητα και ισχύ πυρός για την εποχή. Στην πολωνική εισβολή του 1939, χρησιμοποιήθηκαν περίπου 78 μονάδες, κυρίως από την 1η Ελαφρά Μεραρχία, υποστηρίζοντας τις ταχείες προελάσεις του Blitzkrieg. Ο ρόλος του ήταν παρόμοιος με του Panzer III, αντιμετώπιζε πολωνικά άρματα (π.χ. 7TP) και οχυρώσεις, ενισχύοντας τις γερμανικές τεθωρακισμένες δυνάμεις. Η αξιοπιστία του το κατέστησε σημαντικό, αν και η περιορισμένη θωράκιση το έκανε ευάλωτο σε αντιαρματικά όπλα.
Pz. 38(t) (Panzerkampfwagen 38t)
Το Pz. 38(t), επίσης τσεχοσλοβακικής προέλευσης (LT vz. 38), ζύγιζε 9,5 τόνους, με θωράκιση 25-38mm (στην έκδοση του 1939) και πυροβόλο 37mm Skoda A7, συν δύο πολυβόλα 7,92mm. Με ταχύτητα 42 χλμ/ώρα και πλήρωμα 4 ατόμων, ήταν πιο ευέλικτο από το Pz. 35(t), με καλύτερη μηχανική αξιοπιστία. Στην εισβολή του 1939, περίπου 124 μονάδες χρησιμοποιήθηκαν, κυρίως από την 3η Ελαφρά Μεραρχία, για ταχεία διείσδυση και εμπλοκή με πολωνικές δυνάμεις. Υποστήριζε το Blitzkrieg, συμπληρώνοντας τα Panzer III και IV, και ήταν αποτελεσματικό λόγω της ισορροπίας ταχύτητας και ισχύος πυρός. Η επιτυχία του οδήγησε στη συνέχεια της παραγωγής του για τη Βέρμαχτ.
Sd.Kfz. 251 (Sonderkraftfahrzeug 251)
Το Sd.Kfz. 251 χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τις μηχανοκίνητες μεραρχίες πεζικού και τις μεραρχίες Πάντσερ για τη μεταφορά στρατιωτών κοντά ή μέσα στη ζώνη μάχης, εξασφαλίζοντας ότι το πεζικό ακολουθούσε τις ταχείες προελάσεις των αρμάτων (π.χ. Panzer I, II, III, IV).
Ήταν ημιερπυστριοφόρο ΤΟΜΠ, συνδυάζοντας τροχούς και ερπύστριες για ευελιξία σε διάφορα εδάφη.
Sd.Kfz. 250 (Sonderkraftfahrzeug 250)
sIG 33 (Schweres Infanteriegeschütz 33)
Ήταν το μεγαλύτερο όπλο που ιστορικά έχει ταξινομηθεί ποτέ ως όπλο πεζικού από οποιοδήποτε έθνος.
Βαρύ πυροβόλο πεζικού 150mm, βάρος 1,8 τόνοι, εμβέλεια 4.700 μέτρα., ρυθμός βολής 2 - 3 βλήματα/λεπτό.
Υποστήριξη πεζικού σε κοντινές αποστάσεις, ιδανικό για τακτικές μάχες και καταστολή εχθρικών πολυβολείων.
Χρήσιμο σε τοπικές εμπλοκές, αλλά περιορισμένης εμβέλειας έναντι βαρέων οχυρώσεων. Μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και σε αντιαρματικό ρόλο με χρήση ειδικών πυρομαχικών.
Το κύριο αντιαρματικό όπλο της Βέρμαχτ το 1939, χρησιμοποιήθηκε από μονάδες πεζικού και τεθωρακισμένων για την εξουδετέρωση ελαφρών αρμάτων.
Επαρκές έναντι των πολωνικών αρμάτων 7TP και TKS, αλλά περιορισμένης ισχύος έναντι ισχυρότερων αρμάτων που εμφανίστηκαν αργότερα στον πόλεμο.
Ο ρυθμός βολής του ήταν: 150 - 180 βλήματα/λεπτό.
Το Γερμανικό Πεζικό το 1939
Κατά την εισβολή στην Πολωνία το 1939, το γερμανικό πεζικό διέθετε έναν καλά οργανωμένο και σχετικά σύγχρονο στον εξοπλισμό για την εποχή. Αν και ορισμένα από τα όπλα του πεζικού τους θεωρούνταν ακόμα «παλαιάς τεχνολογίας», η αποτελεσματικότητα τους οφειλόταν κυρίως στην οργανωμένη τακτική χρήση τους, τη συνεργασία με άλλους κλάδους (π.χ. τεθωρακισμένα, πυροβολικό, αεροπορία) και την πειθαρχία των στρατιωτών.
Το βασικό τυφέκιο του Γερμανού στρατιώτη ήταν το Karabiner 98k (Kar98k).
Ήταν ένα τυφέκιο επαναληπτικής λειτουργίας (bolt-action), διαμετρήματος 7.92×57mm Mauser. Είχε γεμιστήρα 5 φυσιγγίων και ξεχώριζε για την αξιοπιστία και την ακρίβειά του. Ήταν η εξέλιξη του Mauser 98 και παρέμεινε το βασικό όπλο του πεζικού καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Οι πολυβόλα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής τακτικής.
Το MG 34 ήταν το πρώτο καθολικής χρήσης (universal) πολυβόλο στον κόσμο.
Είχε εξαιρετικό ρυθμό βολής (800-900 βολές/λεπτό), ήταν αερόψυκτο και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί είτε σε ελαφρύ τρίποδο (ως οπλοπολυβόλο) είτε σε σταθερή βάση ως βαρέως τύπου. Το MG 34 προσέφερε τεράστια ισχύ πυρός σε επίπεδο ομάδας και το 1939 ήταν ανώτερο από τα περισσότερα εχθρικά όπλα της εποχής.
Παράλληλα, χρησιμοποιούνταν και το παλαιότερο MG 08, γερμανική παραλλαγή του Maxim, κυρίως σε στατικές θέσεις ή οχυρώσεις.
Σε επίπεδο ελαφρού οπλισμού, το Γερμανικό πεζικό το 1939 χρησιμοποιούσε επίσης πιστόλια όπως το Luger P08 και το Walther P38, κυρίως από αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και πληρώματα οχημάτων.
Το P08 ήταν γνωστό για τη χαρακτηριστική "αρθρωτή" λειτουργία του.
Το P38 ήταν πιο σύγχρονο και αξιοποιούσε διπλή ενέργεια (DA/SA).
Η χρήση αυτόματων όπλων ήταν πιο περιορισμένη στο πεζικό το 1939. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν μερικά MP 38 και MP 40 (Maschinenpistole), υποπολυβόλα διαμετρήματος 9mm Parabellum. Αυτά τα όπλα προορίζονταν κυρίως για αξιωματικούς, ομάδες αναγνώρισης, και μονάδες ειδικού σκοπού. Δεν ήταν ακόμη ευρέως διαδεδομένα σε όλους τους στρατιώτες, αλλά η χρησιμότητά τους στις μάχες μικρών αποστάσεων αναγνωρίστηκε σταδιακά. Aναλυτικό άρθρο για το υποπολυβόλο MP 40 μπορείτε να διαβάσετε εδώ
Το γερμανικό πεζικό διέθετε επίσης χειροβομβίδες, κυρίως τις γνωστές Stielhandgranate 24 (“χειροβομβίδα με λαβή”).
Έδιναν μεγαλύτερη εμβέλεια ρίψης λόγω του ξύλινου χερουλιού. Ήταν αποτελεσματικές σε μάχες χαρακωμάτων και εκκαθάριση εχθρικών θέσεων.Το αντιαρματικό όπλο του πεζικού ήταν το Panzerbüchse 39, ένα αντιαρματικό τυφέκιο (anti-tank rifle) με διαμέτρημα 7.92mm (αν και ήταν στην πραγματικότητα διατρητικά φυσίγγια με πυρήνα βολφραμίου).
Στην πράξη, αποδείχθηκε ανεπαρκές ενάντια σε πιο σύγχρονα άρματα μάχης και αντικαταστάθηκε αργότερα από ισχυρότερα αντιαρματικά μέσα. Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν και αντιαρματικές χειροβομβίδες σε αυτοσχέδιες επιθέσεις κατά αρμάτων.
Το όλμοι Granatwerfer 34, διαμέτρου 81mm, με συνολικό βάρος 60-70 κιλά, ήταν το κύριο οργανικό μέσο υποστήριξης για τις πεζικές μονάδες, παρέχοντας έμμεσο πυρ με μεγάλη ευελιξία με δραστικό βεληνεκές 1.200 μέτρα και μέγιστο τα 2.500 μέτρα.
Υπήρχαν επίσης ελαφρύτεροι όλμοι μικρότερου διαμετρήματος 50mm για τακτική χρήση σε επίπεδο διμοιρίας.
Το πυροβολικό υποστήριξης ήταν κυρίως το leFH 18 (leichte Feldhaubitze 18), ένα ελαφρύ πυροβόλο των 105mm που συνόδευε το πεζικό, καθώς και τα αντιαρματικά πυροβόλα PaK 36, διαμετρήματος 37mm. Αυτά προαναφέρθηκαν αναλυτικά στον τομέα του πυροβολικού στο παρόν άρθρο.
Τέλος, η επικοινωνία/Διαβιβάσεις ήταν σημαντικό “όπλο” του γερμανικού στρατού. Οι ομάδες πεζικού συχνά υποστηρίζονταν από μηχανοκίνητες μονάδες και η χρήση φορητών ασυρμάτων και σηματοδοτικών μέσων παρείχε γρήγορη συντονισμένη δράση, κάτι που η Πολωνία δεν διέθετε στον ίδιο βαθμό.
Συνολικά, το γερμανικό πεζικό το 1939 συνδύαζε αξιόπιστο ατομικό οπλισμό με υψηλό βαθμό εκπαίδευσης, αποτελεσματική χρήση πολυβόλων και όλμων, και σύγχρονες μεθόδους συντονισμένης τακτικής — στοιχεία που συνέβαλαν αποφασιστικά στη γρήγορη κατάληψη της Πολωνίας.
Η Luftwaffe, η αεροπορική δύναμη της Γερμανίας, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της Πολωνικής εκστρατείας, χρησιμοποιώντας περίπου 2.000 χιλιάδες αεροσκάφη για να εξουδετερώσει την πολωνική αεροπορία, να καταστρέψει υποδομές και να υποστηρίξει τις χερσαίες δυνάμεις.
Τα αεροσκάφη που χρησιμοποιήθηκαν περιλάμβαναν μαχητικά, κάθετης εφόρμησης βομβαρδιστικά όπως το πασίγνωστο "Stuka", μεσαία βομβαρδιστικά και αναγνωριστικά, καθένα με συγκεκριμένο ρόλο στην κατάληψη της Πολωνίας.
Η Luftwaffe το 1939 ήταν μια από τις πιο προηγμένες αεροπορικές δυνάμεις παγκοσμίως, επωφελούμενη από την επιθετική επανεξοπλιστική πολιτική του Τρίτου Ράιχ και την πολύτιμη εμπειρία που αποκτήθηκε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο(1936-1939). Στην Πολωνία, η αεροπορική της υπεροχή επιβλήθηκε από την πρώτη ημέρα, καθώς η πολωνική αεροπορία, με περίπου 400 αεροσκάφη, κυρίως ξεπερασμένα μαχητικά PZL P.11 και βομβαρδιστικά PZL P.23, δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την τεχνολογία, την οργάνωση και την τακτική των Γερμανών. Τα γερμανικά αεροσκάφη συνεργάστηκαν αρμονικά με τις τεθωρακισμένες μονάδες και το πεζικό, εφαρμόζοντας την τακτική του συνδυασμένου πολέμου, που βασιζόταν στην ταχύτητα, την έκπληξη και την ακριβή υποστήριξη από τον αέρα. Η επιτυχία της Luftwaffe οφειλόταν όχι μόνο στον ανώτερο εξοπλισμό, αλλά και στην εκπαίδευση των πιλότων και την οργανωτική ευελιξία.
Το καταδιωκτικό Messerschmitt Bf 109, το κύριο μαχητικό αεροσκάφος της Luftwaffe, ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της αεροπορικής υπεροχής κατά την εισβολή.
Με μέγιστη ταχύτητα 640 χιλιομέτρων/ώρα, εμβέλεια 850 χιλιομέτρων και οπλισμό (το 1939, αργότερα αναβαθμίστηκε) που περιλάμβανε ως συνδυασμό δύο (2) πολυβόλα διαμετρήματος 7,92mm και ένα (1) πυροβόλο διαμετρήματος 20mm ή εναλλακτικά τέσσερα (4) πολυβόλα, το Bf 109, με βάρος περίπου 3 τόνους και πλήρωμα ενός πιλότου, ήταν σημαντικά ανώτερο από τα πολωνικά καταδιωκτικά. Η ισχύς του κινητήρα του, με απόδοση 1.100 ίππους, του έδινε εξαιρετική ευελιξία και ταχύτητα ανόδου.
Στην Πολωνία, περίπου 800 - 850 Bf 109 χρησιμοποιήθηκαν για να εξουδετερώσουν την πολωνική αεροπορία, καταρρίπτοντας καταδιωκτικά/μαχητικά και προστατεύοντας τα γερμανικά βομβαρδιστικά. Οι πιλότοι, πολλοί εκ των οποίων είχαν αποκτήσει εμπειρία στον Εμφύλιο της Ισπανίας (1936 - 1939), εκμεταλλεύτηκαν την ανώτερη τεχνολογία του αεροσκάφους για να κυριαρχήσουν στους ουρανούς, επιτρέποντας στα υπόλοιπα αεροσκάφη να επιχειρούν ανενόχλητα. Η αποτελεσματικότητά του ήταν συντριπτική, με την Πολωνική αεροπορία παρά τη γενναιότητα των πιλότων της να περιορίζεται σε ελάχιστες αποστολές μετά τις πρώτες δύο (2) ημέρες έχοντας χάσει το 70% της δύναμης της.
Το Junkers Ju 87 Stuka, το εμβληματικό κάθετης εφόρμησης βομβαρδιστικό που έμεινε στην ιστορία ως όνομα, "οι σειρήνες του θανάτου" εξαιτίας του χαρακτηριστικού ήχου κατά τη βύθιση του προς το στόχο, αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό όπλο της Luftwaffe στην Πολωνική εκστρατεία.
Με μέγιστη ταχύτητα 390 - 408 χιλιομέτρων την ώρα, εμβέλεια 500 χιλιομέτρων και δυνατότητα μεταφοράς βόμβας 500 κιλών κάτω από την άτρακτο, συν δύο (2) μικρότερες βόμβες 50 κιλών στα φτερά, το Stuka, με βάρος περίπου 5 τόνους και πλήρωμα δύο ατόμων (πιλότος και πολυβολητής), εξοπλιζόταν επίσης με δύο (2) πολυβόλα διαμετρήματος των 7,92mm. Ο κινητήρας Junkers Jumo 211, με απόδοση 1.200 ίππους, του επέτρεπε να εκτελεί απότομες βυθίσεις με γωνία έως 90 μοίρες, επιτυγχάνοντας εξαιρετική ακρίβεια.
Η χαρακτηριστική σειρήνα του, γνωστή ως "Jericho trumpet", προκαλούσε ψυχολογικό τρόμο, ενισχύοντας την αποδιοργάνωση των πολωνικών δυνάμεων. Περίπου 400 - 450 Stuka χρησιμοποιήθηκαν για να πλήξουν οχυρώσεις, γέφυρες, σιδηροδρομικές γραμμές και συγκεντρώσεις στρατευμάτων, υποστηρίζοντας τις προελάσεις των Panzer. Αν και το "Stuka" έμεινε χαρακτηριστικό όνομα στην ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, χρειαζόταν περιβάλλον αεροπορικής υπεροχής για να δράσει αποτελεσματικά στον ρόλο του. Σε περιβάλλον ικανής με τελευταίας γενιάς καταδιωκτικά αεροσκάφη εχθρικής αεροπορίας και ισχυρής επίγειας αεράμυνας, το συγκεκριμένο αεροσκάφος ήταν ευάλωτο. Παρά την ευαλωτότητά τους σε καταδιωκτικά όταν ήταν χωρίς συνοδεία, η απουσία ισχυρής πολωνικής αεροπορικής αντίδρασης επέτρεψε στα Stuka να επιχειρούν με ελάχιστες απώλειες, καθιστώντας τα βασικό στοιχείο της τακτικής του Blitzkrieg. Το ίδιο επαναλήφθηκε και κατά τη Βαλκανική εκστρατεία την Άνοιξη του 1941.
Τα μεσαία βομβαρδιστικά Heinkel He 111 και Dornier Do 17 ήταν απαραίτητα για τους στρατηγικούς βομβαρδισμούς κατά την εισβολή.
Heinkel He 111
Το Heinkel He 111, ήταν το βασικό βομβαρδιστικό της Γερμανικής αεροπορίας τα πρώτα χρόνια του Β' Παγκοσμίου. Με μέγιστη ταχύτητα 440 χιλιομέτρων/ώρα, εμβέλεια 2.300 χιλιομέτρων και δυνατότητα μεταφοράς 2.000 κιλών βομβών, είχε βάρος 14 τόνους και πλήρωμα πέντε (5) ατόμων.
Εξοπλισμένο με τρία (3) πολυβόλα 7,92mm για την αυτοάμυνα του και κινητήρες Junkers Jumo 211 των 1.350 ίππων, χρησιμοποιήθηκε για την καταστροφή αεροδρομίων, κέντρων διοίκησης και πόλεων, όπως η Βαρσοβία. Η μεγάλη εμβέλειά του το κατέστησε ιδανικό για βαθιές επιθέσεις, αν και η περιορισμένη του ταχύτητα το έκανε ευάλωτο χωρίς συνοδεία καταδιωκτικών.
Junkers Ju 88
Το Junkers Ju 88, ένα νεότερο βομβαρδιστικό που μόλις είχε αρχίσει να εισάγεται το 1939, χρησιμοποιήθηκε σε μικρότερο αριθμό.
Με μέγιστη ταχύτητα 470 χιλιομέτρων την ώρα, εμβέλεια 2.730 χιλιομέτρων και δυνατότητα μεταφοράς 2.000 κιλών βομβών, το Ju 88, με βάρος 14 τόνους και πλήρωμα τεσσάρων ατόμων, εξοπλιζόταν με τρία πολυβόλα διαμετρήματος 7,92 χιλιοστών και διέθετε δύο(2) κινητήρες Junkers Jumo 211 των 1.200 ίππων. Η ταχύτητα και η ευελιξία του το καθιστούσαν ικανό για ποικίλες αποστολές, από στρατηγικούς βομβαρδισμούς μέχρι εγγύς υποστήριξη. Λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητάς του, η χρήση του στην Πολωνία ήταν μικρή, αλλά οι αποστολές του κατέδειξαν το δυναμικό του, πλήττοντας στρατηγικούς στόχους και ενισχύοντας την πίεση στις πολωνικές γραμμές. Η ευελιξία του προμήνυε τον μελλοντικό του ρόλο ως κύριου βομβαρδιστικού της Luftwaffe.
Τα αναγνωριστικά αεροσκάφη Henschel Hs 126 και Fieseler Fi 156 Storch ήταν απαραίτητα για την παροχή πληροφοριών.
Henschel Hs 126
Το Henschel Hs 126, με μέγιστη ταχύτητα 356 χιλιομέτρων την ώρα, εμβέλεια 800 - 900 χιλιομέτρων και βάρος 3,1 τόνους, διέθετε έναν (1) κινητήρα Bramo 323 των 850 ίππων και πλήρωμα δύο (2) ατόμων.
Εξοπλισμένο με ένα πολυβόλο διαμετρήματος 7,92mm και κάμερες για φωτογράφηση, επιχειρούσε σε χαμηλά υψόμετρα για να εντοπίζει τις θέσεις των πολωνικών δυνάμεων, τις κινήσεις στρατευμάτων και τις οχυρώσεις. Η αξιοπιστία του σε δύσκολες συνθήκες το κατέστησε κρίσιμο για την ενημέρωση των διοικητών της Βέρμαχτ.
Fieseler Fi 156 Storch
Το Fieseler Fi 156 Storch, με μέγιστη ταχύτητα 175 χιλιομέτρων την ώρα, εμβέλεια 380 χιλιομέτρων και βάρος 1,3 τόνους, είχε έναν κινητήρα Argus As 10 των 240 ίππων και πλήρωμα δύο ατόμων. Η ικανότητά του να απογειώνεται και να προσγειώνεται σε μικρούς χώρους, χάρη στις χαμηλές ταχύτητες πτήσης, το καθιστούσε ιδανικό για αποστολές σύνδεσης, παρατήρηση πυροβολικού και μεταφορά αξιωματικών. Περίπου 100-150 από αυτά τα αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν, παρέχοντας συνεχείς πληροφορίες που ενίσχυαν τον συντονισμό μεταξύ αεροπορίας και χερσαίων δυνάμεων.
Δόγμα Μάχης και συνολική επίδοση της Γερμανικής Αεροπορίας στην Πολωνική Εκστρατεία το 1939
Η τακτική χρήση των αεροσκαφών στην Πολωνία βασίστηκε στην αρχή του συνδυασμένου πολέμου, με τη Luftwaffe να λειτουργεί ως προέκταση των Panzer και του πεζικού.
1) Τα Messerschmitt Bf 109 εξασφάλιζαν την αεροπορική κυριαρχία, επιτρέποντας στα βομβαρδιστικά Junkers Ju 87 Stuka, Heinkel He 111 και Dornier Do 17 να πλήττουν στόχους χωρίς σημαντική αντίσταση.
2) Τα βομβαρδιστικά Junkers Ju 88 συνέβαλαν σε στοχευμένες αποστολές, ενώ τα αναγνωριστικά Henschel Hs 126 και Fieseler Fi 156 Storch καθοδηγούσαν τις χερσαίες δυνάμεις, εντοπίζοντας αδυναμίες στις πολωνικές γραμμές.
3) Η χρήση ασυρμάτων επέτρεψε την άμεση επικοινωνία, με τα Stuka να καλούνται συχνά για εγγύς υποστήριξη κατά τη διάρκεια των μαχών.
Η τακτική του Schwerpunkt, που επικεντρωνόταν στη συγκέντρωση ισχύος σε αδύναμα σημεία, ενισχύθηκε από την αεροπορική υποστήριξη, με τα αεροσκάφη να διασπούν τις πολωνικές άμυνες και να διευκολύνουν τις περικυκλώσεις, όπως στη Μάχη του Μπζούρα.
Η αποτελεσματικότητα των γερμανικών αεροσκαφών ήταν εντυπωσιακή. Η πολωνική αεροπορία καταστράφηκε κυρίως στο έδαφος, με τα Heinkel He 111 και Dornier Do 17 να βομβαρδίζουν αεροδρόμια τις πρώτες ώρες. Τα Junkers Ju 87 Stuka αποδείχθηκαν ιδιαίτερα καταστροφικά, διαλύοντας οχυρώσεις και προκαλώντας πανικό. Οι απώλειες της Luftwaffe ήταν περιορισμένες για το μέγεθος της, με περίπου 200-250 αεροσκάφη (το 10% της δύναμης) να καταστρέφονται, κυρίως από αντιαεροπορικά πυρά και όχι από αερομαχίες. Περιορισμοί περιλάμβαναν την έλλειψη δυνατοτήτων για νυχτερινές επιχειρήσεις και την περιορισμένη ακρίβεια των μεσαίων βομβαρδιστικών, αλλά αυτά δεν επηρέασαν το αποτέλεσμα λόγω της συντριπτικής υπεροχής. Η εισβολή ολοκληρώθηκε μέσα σε πέντε εβδομάδες, με τη Βαρσοβία να πέφτει στις 28 Σεπτεμβρίου 1939.
Η πολωνική εκστρατεία κατέδειξε τη δύναμη της Luftwaffe και την αξία του συνδυασμένου πολέμου, θέτοντας τα θεμέλια για τις μετέπειτα εκστρατείες στη Δυτική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση. Τα Messerschmitt Bf 109, Junkers Ju 87 Stuka, Heinkel He 111, Dornier Do 17, Junkers Ju 88, Henschel Hs 126 και Fieseler Fi 156 Storch συνεργάστηκαν αποτελεσματικά, εκμεταλλευόμενα την τεχνολογική υπεροχή, την εκπαίδευση των πιλότων και την τακτική ευελιξία. Η εμπειρία από την Πολωνία οδήγησε σε περαιτέρω βελτιώσεις, όπως η μαζική παραγωγή του Junkers Ju 88 και η ενίσχυση της νυχτερινής αεροπορικής ικανότητας, καθιστώντας τη Luftwaffe ακόμα πιο φονική στις επόμενες φάσεις του πολέμου κατά το 1940 - 1941.












.jpg)
_A.png)

.jpg)














.jpg)






.jpg)

.jpg)



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου